» Publishers, Monetize your RSS feeds with FeedShow: More infos (Show/Hide Ads)
Σαν γονιός λοιπόν και σαν άνδρας έδωσα τη συναίνεσή μου στην ιδέα της λατρεμένης μου συζύγου και μάνα να πάμε το μωρό στο κολυμβητήριο. Πριν βιαστείτε να γουρλώσετε τα μάτια, να σας πληροφορήσω ότι (όπως μου είπε η *Αθηνά* μου) τα προγράμματα κολύμβησης για βρέφη ξεκινούν από 6 μηνών και βοηθούν το παιδάκι να εξοικειώνεται με το νερό, να μαθαίνει μερικές βασικές αρχές στο κολύμπι και άλλα τέτοια. Για κάποιους γονιούς βέβαια είναι και ένας εύκολος τρόπος να ξεκατσικωθεί το παιδί τους για μια ώρα μέσα στην πισίνα και μετά να το πάρουν πτώμα και αφού του σκουπίσουν τους αφρούς από το στόμα, να το βάλουν γαληνεμένο για ύπνο.Εν πάσει περιπτώσει, επειδή και οι δύο θέλαμε την εμπειρία, μοιράσαμε τα δύο μαθήματα στα δύο (εύκολο, δεν χρειάστηκε και κομπιουτεράκι). Ένα πρωινό πηγαίνω εγώ και ένα απόγευμα η *Αθηνά* μου.
(και τώρα επιτέλους πάμε στο προκείμενο)
Έτσι λοιπόν και αυτή τη Δευτέρα ζαλώθηκα τα μπουρνούζια μας, τα μαγιώ μας και τις αδιάβροχες πάνες μας, πήρα την αγριεμένη Ζουμπουλία (που ως γνήσια Κορόλλα έσβησε με μια νευρική επιτάχυνση τα χιλιόμετρα) και πήγαμε πουρνό πουρνό στο κολυμβητήριο.
Όπως πάντα, μας περίμενε εκεί η δασκάλα. Η δασκάλα είναι μια πολύ συμπαθητική κοπέλα. Συμπαθητική όπως λέμε «ο κολλητός μου ο Βρασίδας». Πλάκα πλάκα, νομίζω ότι είναι πιο τρίγωνη από τους περισσότερους κολλητούς μου. Εν πάσει περιπτώσει, χαιρετίσαμε τη δασκάλα και πήγαμε να αλλάξουμε (διαδικασία εύκολη όταν είσαι στεγνός, αλλά γάμησέ τα όταν είστε και οι δύο βρεγμένοι) και πήγαμε στην πισίνα.
Εκεί μας περίμεναν δύο μαμάδες μετά τέκνων (δηλαδή δεν περίμεναν εμάς, το μάθημα περίμεναν, αλλά σχήμα λόγου). Η μαμά (α) είναι μια όμορφη κοπέλα, κάπου στα 35, η οποία είναι και έγκυος (4-5 μηνών) και έχει ένα αγοράκι σχετικά οκ. Είναι ευγενική αλλά λίγο απόμακρη (του στυλ, δεν θέλω πολλά-πολλά). Η μαμά (β) είναι μια τύπισσα λίγο περίεργη (με κάτι μαλλιά σαν τη Γκλεν Κλόουζ στην Ολέθρια Σχέση), η οποία έχει για παιδί τον Τσάκι, την κούκλα του σατανά. Και στην πρώτη μας γνωριμία μου είπε όλες της λεπτομέρειες για την κωλονοσκόπηση που έκανε ο πατέρας της. Με όλες τις λεπτομέρειες όμως.Όπως συνήθως ο Διομήδης ψιλοβαριόταν να κολυμπήσει και στο μισό μάθημα απλά απολάμβανε την αγκαλιά τη δική μου ή της δασκάλας (αντί για φουσκωτό στρώμα) και γυρόφερνε στο νερό, πασάκας. Η έξυπνη δασκάλα ήξερε πως να τον τσιτώσει: του πέταξε μπροστά του ένα παπάκι. Για κάποιο λόγο όλα τα παιδάκια, ακόμα και τα πιο βαριεστημένα, παθαίνουν κάτι με τα κίτρινα πλαστικά παπάκια. Και έτσι άρχισε να χτυπιέται, του έκανε η δασκάλα τις ασκησούλες και όλα καλά.
Το μάθημα τελείωσε λοιπόν και πήγαμε στα αποδυτήρια... εκεί άρχισε η γνωστή Οδύσσεια «ντύσε-γρήγορα-το-παιδί-να-μην-κρυώσει-και-μετά-βρες-τρόπο-να-καθίσει-ακίνητο-για-να-ντυθείς-κι-εσύ-και-να-μην-πάθεις-πνευμονία». Σημειωτέον, ο Διομήδης όσο εύκολο και βολικό μωρό είναι, κάτι παθαίνει με το γδύσε-ντύσε και κάνει το χταπόδι.
Εκείνη την κρίσιμη στιγμή λοιπόν που τνύνω το μωρό νιώθω μια έντονη ενόχληση. Σαν κάτι να πιέζει τα σωθικά μου προς τα κάτω. «ΟΚ, θα προλάβω», σκέφτομαι και προσπαθώ να βάλω τη στεγνή πάνα. Δεύτερη κρούση. «Δεν πάμε καλά, πρέπει να επιταχύνω», σκέφτομαι και πασαλείβω όπως όπως τον πωπό του μωρού με τη σουντοκρέμα. Τρίτη κρούση, δυνατή. Θα σπάσουν τα νερά. Αμάν! Με πιάνει πανικός. Το σπίτι είναι ένα τέταρτο με το αμάξι. Και ακόμα δεν έχω ντύσει το μωρό και εγώ είμαι με τα βρεμμένα. Εκεί με βρίσκει η τέταρτη κρούση. Γεννάω. Τώρα.
Κοίταξα γύρω μου πανικόβλητος. Οι άλλες δύο κυρίες ετοίμαζαν τα μωρά τους. Οι επιλογές μου ήταν οι εξής μια: να παρακαλέσω μια από τις δύο να κρατήσει το μωρό. Μέχρι όμως να το σκεφτώ και να ξεπεράσω τις ντροπές, οι επιλογές μου εξατμίστηκαν. Οι δύο γυναίκες ζαλώθηκαν τα μωρά και φεύγουν.
Είμαι μόνος με το μωρό στα αποδυτήρια και χέζομαι.
Τι να κάνω, έβαλα το μωρό σε ένα καρεκλάκι φαγητού (τα έχουν εκεί για να βάζεις το παιδί όσο να αλλάξεις), το πήρα μέσα στις τουαλέτες (όχι σε ευθεία οπτική επαφή) και του χάρισα ένα σόου πυροτεχνημάτων που όμοιό του δεν έχει ξαναδεί.Τώρα που το ξανασκέφτομαι, ήταν η απόλυτη εκδίκηση για όλες τις πάνες που έχω μαζέψει τους τελευταίους δέκα μήνες.
Τη μια δεν έχω όρεξη, την άλλη έχω πολύ δουλειά, την παράλλη δεν έχω έμπνευση.
Υπόσχομαι ότι θα επανέλθω συντόμως, ελπίζω να δείξετε κατανόηση, να μη με κράξετε κλπ κλπ
Αθηνών ΑρέναΣυγχωρήστε τη λογοδιάρροια που θα ακολουθήσει, αλλά σπάνια έχουμε τόσο μεγάλη σταρ και τόσο πλούσιες σε σύλληψη αφίσες. Εδώ βλέπετε τη Βίσση σε πόζα ελαφράς εξάρθρωσης (κοινώς κοψομέσιασμα), με χτένισμα-tribute στην εποχή Νταλάρα. Το φόρεμα έχει διπλό ρόλο: ο γυμνός ώμος παραπέμπει στην ελληνική αρχαιότητα, στην οποία ανάγεται η καριέρα της σταρ. Το σκίσιμο στο φόρεμα αποκαλύπτει ότι από το πόδι έχει μείνει μόνο το κόκκαλο (ψαχνό γιοκ). Γύρω πανικός, όποιος πρόλαβε τον κύριο είδε. Οι παπαράτσι από τα δεξιά σκυλοσπρώχνονται, αλλά μάταια γιατί είναι κόντρα στον ήλιο και οι φακοί τους μας στραβώνουν. Ο φακός του μεσαίου πάνω δεξιά δεν είναι φακός αλλά προβολέας παλαιού τύπου, σαν αυτούς που διαφημίζουν το βράδι τις ντισκοτέκ στην παραλία της Κατερίνης. Πιο τυχεροί οι παπαράτσι από τα δεξιά, που έχουν πίσω τον ήλιο, αν και κάποιοι τραβούν φωτογραφίες προς το μέρος μας και όχι την σταρ, όπως βλέπετε και από τα φλας. Στο φόντο βρίσκεται ένα λήαρ τζετ και ένα κόκκινο χαλί, που συνηγορούν στο πόσο σταρ είναι η κυρία με το κοψομέσιασμα, μόνο που το χαλί οδηγεί κάπου αλλού και όχι στο τζετ. Σε πρώτο πλάνο Anna Vissi The Fabulous Show γιατί η σταρ έχει διεθνή καριέρα και δεν θα μπορούσε να πει Άννα Βίσση, Η Παράσταση της Τσαχπίνας (της Ωραίας, της Υπέροχης κλπ). Η φωτογραφία είναι κλεμμένη από την Α-Μπα, που έκανε (όπως πάντα) μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση στο θέμα.
SugarΕδώ το σημαίνον και το σημαινόμενο είναι ένα και το αυτό. Πολύ πρόστυχο και ερωτικό το σόου μας. Έχουμε σταρ καλλιτέχνη, βέρι σέξι, πράγμα που σαλεύει και το μουστερή γυρεύει. Νυχάκι πρόστυχο στο χειλάκι, γλυφειτζούρι για όποιον δεν κατάλαβε (εκτός αν το πέρασμα του γλειφιτζουριού στα δύο δάχτυλα αντί για τσιγάρο είναι μια έμμεση υπενθύμιση της απαγόρευσης του καπνίσματος στους κλειστούς χώρους). Το σώμα γυμνό και στο λαιμό καδένα Goin' Through (πώς λέμε και στην κορφή κανέλα). Ακόμα και το λογότυπο Sugar έχει κάτι δαχτυλιές επάνω, κάτι λεκέδες. Τόσο βρώμικο και πρόστυχο είναι.
Ιερά ΟδόςΕδώ βλέπετε ένα μοναδικό θαύμα στην ιστορία της γεννετικής: τα σιαμαία της λαϊκής σκηνής. Μοιράζονται έναν κορμό, αλλά έχουν διαφορετικά χέρια και μουσικά γούστα. Ο άνδρας είναι βαρύς λαϊκός (πώς λέμε βαρύς γλυκός) και η νεαρά του ελαφρού. Αυτό δεν στάθηκε εμπόδιο ποτέ στη σχέση τους και εδώ βλέπετε πόσο ευτυχισμένα ποζάρουν στο φακό. Ως προς το ενδυματολογικό, δεν πρόλαβε να βγει το ΠΑΣΟΚ και αρχίσαμε τα ζιβάγκο.
FixΟ Σταμάτης Γονίδης φωτογραφίζεται από φίλους του, σε μια ταράτσα. Το απλό και καθημερινό της φωτογραφίας βέβαια δεν τον εμποδίζει να φορά κουστούμι και μάλιστα λευκό, το οποίο όπως όλοι ξέρουμε συνδυάζεται εξαίσια με μαύρο γυαλί Rayban και ημιφουντωμένη καράφλα. Τα γύρω κτίρια της θέας έχουν θολωθεί εσκεμμένως σαν να έχεις επτά βαθμούς μυωπία για να ενισχύουν το κεντρικό θέμα της φωτογραφίας. Πάνω στα θολωμένα, σπέρνονται ατάκτως οι λοιπές πληροφορίες του προγράμματος.
TeatroΟ Κουρκούλης, η Ηλιάδη και ο Τζων Τζων βγάζουν αναμνηστική φωτογραφία προσωπικού στο χώρο υποδοχής του καταστήματος. Το φιλικό κλίμα είναι τέτοιο, που περιμένεις να έχει tag τα ονόματά τους και τίτλο φωτογραφικού άλμπουμ «Χειμώνας στην πόλη». Η ταπετσαρία πάντως είναι μάλλον βαριά.
ΒοτανικόςΠοιος είναι αυτός δίπλα στη Νατάσσα, με δέρμα photoshop, κατάλευκο χαμόγελο και μαλλί καρφάκι; Μη να 'ναι ο γιος της; Μη να 'ναι ένας καλός γείτονας; Όποιος και να 'ναι, πάντως, έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του (και την αναγνωρισιμότητα της φάτσας του).
FrangelicoΜια ακόμα βαρετή αφίσα σε (σχεδόν) άσπρο και μαύρο. Δύο άνδρες τραγουδιστές που μοιάζουν με άλλους δεκαπέντε του είδους (λ.χ. ο δεξιά μοιάζει με εκείνον τον Λιανό που έπαιζε το ριάλητη, ο αριστερά μοιάζει με τον Σπυράκο και ούτω καθεξής). Στο πλάι η γυναίκα- manga, μια ακόμα απόδειξη του τι μπορεί να κάνεις όταν παίζεις με το photoshop. Στον τίτλο Frangelico το F είναι κόκκινο και αστραφτερό, σε μια άγνωστη σημειολογία.
FeverΕδώ πάμε ξανά στην κλασική συνταγή λευκό φόντο- μαύρο μπλουζάκι, που τόσες γενιές της πίστας έχει αναθρέψει. Στα αριστερά ο Πάριος, πλέον ελαφρώς μη αναγνωρίσιμος καθώς από το τράβηγμα έχουν κλείσει τα μάτια του και έχει χαθεί το κάτω χείλος. Στα δεξιά χαρωπό playmobil με μεγάλο επίθετο.
VOXΕδώ συνεχίζουμε την προηγούμενη κλασική συνταγή, αλλά στο πιο αφηρημένο, μιας και πρόκειται για βαθιά κουλτούρα. Δύο μισές φωτογραφίες από το (πραγματικά μακρινό) παρελθόν σε ένα άσπρο φόντο. Και ανάμεσα, η Άρτα με τα Γιάννενα. Ποιος παίζει νταούλι, ποιος κρουστά και ποιος κρατά τα παλτά στην πόρτα. Αλλά έτσι είναι η κουλτουριάρικη αφίσα. Δεν την προσπερνάς με μια ματιά, Κάθεσαι και διαβάζεις.
RexΜιχάλης; Ποιος Μιχάλης; Ο Χρυσοχοϊδης; Ο Τζάξον; Εδώ έχουμε τον Μιχάλη Χατζηγιάννη σε μια μάλλον υπερφιλόδοξη προσπάθεια να κατοχυρώσει το όνομα Μιχάλης. Πως λέμε Σάκης. Πώς λέμε Μαντάνα. Έτσι θα λέμε και Μιχάλης. Και θα εννοούμε Χατζηγιάννης (ναι, αυτόν της Κοσμοτέ).
Το παραδέχομαι, έκανα μεγάλη βλακεία. Τώρα που το σκέφτομαι, είχα καιρό να κάνω τέτοια βλακεία. Είμαι ένοχος, κύριοι δικαστές. Πείνασα, ιδού το αμάρτημά μου.Ήμουν θεονήστικος. Χθες το βράδι είχα φάει δύο αυγά τηγανητά με λίγο ψωμί για τοστ (4 φετούλες, αλλά χωρίς την κόρα). Σήμερα πρωί ο λατρεμένος μου υιός δεν με άφησε όχι μόνο να κοιμηθώ, αλλά και να φάω- αφήστε που είχε τελειώσει (όχι το μωρό, εμείς το τελειώσαμε) το φυστικοβούτυρο, αυτή η αγνή, υγιεινή, παραδοσιακή ελληνική τροφή. Επομένως την έβγαλα με έναν καφέ, διπλό ελληνικό μέτριο.
Μετά πήγα το μωρό στους δικούς μου. Παραδόξως δεν πεινούσα και ήπια έναν ακόμα ελληνικό μέτριο, μονό αυτή τη φορά. Η 95ετής γιαγιά μου απαίτησε να φάω ένα κουλουράκι και μάλιστα το επανέλαβε 5 φορές (αφού δεν άκουγε την απάντηση), αλλά εγώ εκεί, αμετακίνητος. Αποχαιρέτισα τον Τσούφο (όπως εις το εξής θα αποκαλείται το μωρό) και έφυγα.
Μετά βγήκα στους δρόμους. Δρόμους πήρα και δρόμους άφησα. Αλλά μια στάση στο τυροπιτάδικο δεν πρόκαμα. Ούτε καν σε κουλουρτζή. Αντίθετα, ήπια έναν ακόμα καφέ, γαλλικό σκέτο αυτή τη φορά. Έτσι όταν έφθασα στο γραφείο είχα πλέον ξελυσσάξει από την πείνα. Και είχα και μια σχετική νευρικότης, αφού είχα πει τον κώλο μου σε καφέδες.
Και ανέβηκα στο corporate εστιατόριο. Είχε ωραίο σνίτσελ μοσχάρι. Με πατάτες τηγανητές. Και τυρόπιτα ταψιού με κρατσανιστό φύλλο. Και λίγο ψωμάκι. Και ένα κομμάτι φέτα. Τα έφαγα όλα, σε ένα τέταρτο. Και ήρθα και έγκωσα, που λέει και ο πολυαγαπημένος μου κουμπάρος. Και ήπια και έναν διπλό ελληνικό αποπάνω. Και 3-4 ποτήρια νερό.Και μετά ξεκίνησε το δράμα
16.00
Το παντελόνι μου αρχίζει να με στενεύει. Αυξάνω διακριτικά τη ζώνη κατά μια τρύπα. Συνεχίζει να με στενεύει. Λύνω διακριτικά το κουμπί, μέσα από την αγκράφα. Μόνο ελαφρά βελτίωση. Με πιάνει απόγνωση. Δεν μπορώ να μείνω με το σώβρακο, όσο ακριβό και αν είναι (λέμε τώρα).
17.00
Οι παλμοί αυξάνονται. Το οργανισμός μου αγκομαχεί. Διψάω του κερατά και πίνω ένα μπουκαλάκι νερό, με αποτέλεσμα να σκάσω ακόμα χειρότερα. Ιδρώνω- ξεϊδρώνω. Ουφ!
17.30
Η δυσφορία συνεχίζεται. Νομίζω ότι φουσκώνει το στομάχι μου και θα σκάσει. Ω άγιε του Γκάβισκον, κάνε το θαύμα σου. Γκάβισκον, Γκάβισκον, Γκάβισκον!
18.00
Τι νύστα είναι αυτή! Θα πέσω επάνω στο πληκτρολόγιο. Ο διπλανός μου με ρωτά αν είμαι στη φάση πριν ή μετά το εγκεφαλικό. Του αποκρίνομαι με ένα μουγκρητό. Δεν μου ξαναμίλησε για την υπόλοιπη ημέρα.
18.30
Είναι δυνατόν; Έχουν περάσει τόσες ώρες. Ας πιω λίγο νερό ακόμα. Κακάκια, πάλι χειρότερα έγινα. Γκάβισκον, Γκάβισκον, Γκάβισκον!
19.00
Έτσι θα μας πάει; Διψάω ακόμα περισσότερο. Νομίζω ότι όλο το αίμα έχει κατέβει από το κεφάλι μου. Νιώθω κάτι τσιμπήματα στην καρδιά. Τελικά όντως πεθαίνω. Και δεν έδωσα στην *Αθηνά* μου οδηγίες για την πντιακή αγωγή του παιδιού. Θα την πάρω τηλέφωνο και θα την βάλω να ορκιστεί ότι θα τον πάει στη Σουμελά, στην ορίτζιναλ.
19.30
Αναρωτιέμαι πόσες ημέρες θα περάσουν πριν ξαναφάω. Βουρκώνω. Γκάβισκον, Γκάβισκον, Γκάβισκον!
Αλλά δεν παραπονιέμαι. Με την καρμική έννοια: θα μπορούσα να είμαι οικοδόμος στο Πακιστάν, σπερματεκχύτης σε κτηνοτροφική μονάδα στο Άηνταχο, ή, ακόμα χειρότερο, κυβερνητικός εκπρόσωπος (δεν μπορώ, έχω γίνει πολύ πολιτικοποιημένος τώρα τελευταία. θα μου περάσει, πού θα πάει).
Εν πάσει περιπτώσει, μέσα σε όλη αυτή τη ρουτίνα τσαφ! σκάει και ένα απρόσμενο και έρχεται να διαταράξει ευχάριστα την καθημερινότητα. Στην περίπτωση μας (και εδώ αυτή η ατελείωτη εισαγωγή δείχνει να παίρνει τέλος), επρόκειτο για ένα μυστηριώδες gift pack από τους καλούς μας φίλους στο Νέο Δελχί. Οι Ινδοί φίλοι μας έμαθαν ότι ένας φίλος τους έρχεται στην Αθήνα για δουλειές και του έδωσαν να μας δώσει ένα πακετάκι- έκπληξη.
Εμείς βέβαια άλλο που δεν θέλαμε. Κι όταν ο Πράντζαλ -ή κάτι τέτοιο- ήρθε με τη φαμίλια στην Αθήνα, προσφέρθηκα με χαρά να κάνω την 143η ξενάγηση στην Ακρόπολη-Πλάκα- Αρχαία Αγορά- Μοναστηράκι- Θησείο. Και φυσικά με την ευκαιρία να ανταποδώσω τα δώρα γιατί, όπως λέει και ο ξένος, beware of Greeks bearing gifts.
Ιδού λοιπόν το περεχόμενο του πακέτου:-Μια barbie india για την *Αθηνά* μου, που την είδε και κόντεψε να πάθει. Η barbie έκτοτε έχει γίνει αντικείμενο πόθου όλων των κοριτσιών που μας επισκέπτονται, ανεξαρτήτως ηλικίας
-ένα κουκλάκι-πουλάκι που τιτίβιζε (τα πουλάκια, όπως είδα, τιτιβίζουν το ίδιο και στην Ινδία)
-δύο μπλουζάκια Tantra για τον Τσουφ! (όπως εις το εξής θα αποκαλείται το τέκνο μας). Όπου Tantra είναι η πιο γαμάτη ινδική μάρκα, εχώ είχα πάρει 2-3 όταν είχα πάει Νέο Δελχί και το μετάνοιωσα.
-ένα CD με τον λατρεμένο Shammi Kapoor (αν θυμάστε από προηγούμενα τεύχη)
-δύο bollywood ταινίες εκ των οποίων η μια έχει γυριστεί στην Ελλάδα (αλλά θέλουν χρόνο αυτές για να τις δεις, είναι και 3ωρες πανάθεμά τις)-μπαχαρικά, πολλά μπαχαρικά
Εμείς τι τους στείλαμε; Η αλήθεια είναι ότι δεν προλάβαμε να το επεξεργαστούμε ιδιαίτερα. Στα παιδιά του ζεύγους έστειλα μπλούζες Looney Tunes. Barbie-Greece δεν έχει, οπότε πάσο (εργασία για το σαββατοκύριακο: πώς θα ήταν η barbie greece;!). Σκουλαρίκια για την κοπέλα. Μια γραβάτα για τον άνδρα. Και βετέξ. Ατελείωτα ρολά βετέξ.
Ναι, ναι, ξέρω. Δεν μας φθάνουν τα προβλήματά μας, είχαμε τόσες ημέρες και το πατιρντί με τις εκλογές. Το τι έχουν ακούσει τα αυτιά μας δεν λέγεται.
Εγώ πάντως από τη νύχτα των εκλογών συγκράτησα δύο-τρια πράγματα:
Α. Είσαι ο νέος πρωθυπουργός. Επιτέλους έχεις νικήσει. Μετά από δεν ξέρω γω πόσες αναμετρήσεις, μετά από δεν ξέρω ‘γω πόσες κακίες (για το επώνυμο ντε, αυτό το βαρίδι στη ζωή, ρώτα κι εμένα τι καλά που περνάω που δεν με ξέρει ούτε ο γείτονας). Νίκησες. Και όχι μόνο νίκησες, αλλά πήρες τα σώβρακα του αντιπάλου σου (ναι, αυτού που έχει γεμίσει την Αθήνα με την κεφάλα του και ένα δυσκοίλιο βλέμμα, σαν διαφήμιση του Malox).
Όλη η Ελλάδα σε παρακολουθεί. Πηγαίνεις στο Ζάππειο και κάνεις τις ανακοινώσεις σου. Λες τα δικά σου, μιλάς για ελπίδα, για νέους που θα γνωρίσουν φέτος τον έρωτα, για την ΑΕΚ που θα πάρει πρωτάθλημα, για ξαστεριές και αυγά βραστά που δεν είναι ούτε πολύ μελάτα, αλλά ούτε και σφιχτά.
Και φεύγεις. Και οι 163 κάμερες σε ακολουθούν, εκλιπαρώντας για μισή πολιτική δήλωση ακόμα. Και εσύ τι κάνεις; Απευθύνεις διάγγελμα στο λαό και μετά
πας επίσκεψη στη μαμά σου
Καλωσορίσατε στην πιο άκυρη πολιτική κίνηση όλων των εποχών. Ο Γιώργος είναι ο μεγαλύτερος ΜΑΜΑΚΙΑΣ που έχουν βγάλει ποτέ τα τίμια τούτα χώματα. Κι ύστερα παραπονιέμαι εγώ άμα μου τα πρήζει η μάνα μου. Σκέψου τι κάνει η δικιά του.
Β. Ο Καραμανλής έχασε με 10+ μονάδες διαφορά και παραιτήθηκε. Ως εδώ καλά. Και αρχίζουν τα κανάλια: Γενναία κίνηση Καραμανλή. Γιατί γενναία βρε πουλάκι μου; Λογική, ναι. Γενναία γιατί; Θα μπορούσε να μείνει; Θα τονε παίρναν με τις πέτρες. Άσε που μπορεί να τον έτρωγε ζωντανό και η Ντόρα, ως άλλους κόμης Drakul. Κι αν δεν είστε ψηφοφόρος της ΝουΔΟυ και το σενάριο Ντόρα σας φαντάζει τρομακτικό, να σκέφτεστε πάντως ότι υπάρχουν και χειρότερα. Σαμαράς.
Γ. Η Παπαρήγα έκανε ανακοίνωσε φορώντας την γνωστή καρδιά Sailor Moon.
Δ. Από την αφίσα με την κεφάλα του Καραμανλή, το ομολογώ, είχα χειρότερο. Την αφίσα του Καρατζαφέρη. Με το μαλλί βαμμένο κορακί και ύφος γαμιά ταρίφα που καμακώνει μεθυσμένη εγγλέζα. Σας παρακαλώ, μαζέψτε τις άμεσα.
Ε. Για τον Τσίπρα δεν έχω να πω κάτι, δεν τον είδα. Όπως το 96% της τίμιας τούτης χώρας. Κάτι μου λείπει.
Αυτά.
Μετά από πολύ καιρό, η δουλειά (δηλαδή του τζάμπα η μάνα) με έφερε για ένα τριήμερο στην εξωτική Πάφο. Ήταν στην πραγματικότητα η πρώτη μου επίσκεψη στην Κύπρο (η προηγούμενη ήταν ένα transit μερικών ωρών στο οποίο βγήκαμε από το παρακμιακό αεροδρόμιο της Λάρνακας και ήπιαμε έναν καφέ στην πόλη- ευτυχώς αεροδρόμιο φτιάχνουν νέο).Έπρεπε λοιπόν να το αξιοποιήσω.
Καταρχήν συνάντησα δύο κυπραίες βλογγερούδες μετά των οικογενειών τους. Επίσης επέκτεινα τη διαμονή μου κατά μισή μέρα και έτσι πέρασα το πρωί της Κυριακής στη Λάρνακα. Τέλος, περπάτησα όσο περισσότερο αντέχαν τα γυμνασμένα μου πόδια.
Ημέρα 1η
Η πτήση της Aegean προσγειώθηκε χωρίς απρόοπτα στο αεροδρόμιο της Πάφου. Προσέξτε το «χωρίς απρόοπτα»- την τελευταία φορά που ταξίδεψα με τη συγκεκριμένη εταιρία, ο πιλότος έκανε κάποια μαλακία και νόμιζα ότι το ιγμόριό μου θα έσκαγε ως πινιάτα επάνω στους συνταξιδιώτες μου από την αλλαγή της πίεσης.Τέλος πάντων, φθάσαμε. Η Πάφος ήτο ηλιόλουστος και είχε και 4-5 βαθμούς περισσότερο από την Αθήνα. Μας είχαν κανονίσει να μείνουμε σε ένα ξενοδοχείο με ιδιαίτερα διακριτική παρουσία (από αρχιτεκτονικής άποψης), όπως άλλωστε μπορείτε να δείτε στην νυκτερινή αυτή φωτογραφία.
Πρώτη μου δουλειά, βέβαια, σαν καλό σπασικλάκι, ήταν να πάω στα αρχαία. Στο τέλος του λιμανιού της Πάφου είχε ένα ωραιότατο αρχαιολογικό χώρο με τα περίφημα ψηφιδωτά του Διονύσου. Πήγα επίσης στο αρχαιολογικό μουσείο της πόλης, το οποίο ήταν σε απευθείας σύνδεση με τη δεκαετία του '60. Τόσο που νόμιζες ότι θα άνοιγε η πόρτα και θα έμπαινε μέσα η Έλενα Ναθαναήλ με ένα γκουπ τουριστών.
Δίπλα στο αρχαιολογικό είχε μια ωραία περατζάδα με νεοκλασικά σχολεία, από όπου το μεσημεράκι έβγαιναν πιτσιρικάδες με στολές, το δημαρχείο, και τη Λέσχη Ευσέβειας, για την οποία ένιωσα από την πρώτη στιγμή μια ακατανίκητη έλξη.Γενικές εντυπώσεις πρώτης ημέρας: η Πάφος είναι πεντακάθαρη, τα ταξί είναι πανάκριβα (μινιμουμ ταρίφα 10 ευρώ) και τα μαγαζιά κλείνουν για σιέστα στις 13.30 το μεσημέρι (οπότε και πέφτει η μαύρη νέκρα, μέχρι το απόγευμα).
Το βράδι ήταν η πρώτη εισαγωγή στην κυπριακή κουζίνα: το παραδοσιακό παφίτικο γεύμα περιλαμβάνει 154 διαφορετικά πιάτα τα οποία διαδέχονται το ένα το άλλο με γρήγορους ρυθμούς και από τα οποία υποχρεούσαι να φας. Ήπια και Ζιβανία, κάτι σαν ρακί. Ο αγαπημένος μου τύπος από την παρέα ήταν ένας 60χρονος που ξεκίνησε κουβέντα με την εξής εισαγωγή: «εμένα που με βλέπεις ήμουν μπάρμαν το '70 στη Μύκονο, ξέρεις, πριν από το AIDS».
Ημέρα 2η
Το πρωί κατέρριψα τον πρώτο από τους κυπριακούς μου μύθους. Είχα ακούσει πώς, όταν σε παίρνουν από τη ρεσεψιόν στην Κύπρο για αφύπνιση, σου λένε «ήρθεν η ώρα σας». Εμένα μου είπαν απλά «η αφύπνισις που ζητήσατε».Το πρωί καταναλώθηκε βιαίως με τη δουλειά. Από το μεσημέρι επανήλθα στις βόλτες, αφού έλιωσα για ένα δίωρο στα χαμάμ και τα ζακούζια του ξενοδοχείου. Το βραδάκι είχε έρθει η ώρα για την πρώτη βλογγοσυνάντησις. Ήταν η διάσημη Ψιψινέλ, μετά του Δρακουμέλ, του Στρουμφακίου και δύο κουμπάρων τους. Παρέα κανονική.
Τα παιδιά με πήγαν σε μια ταβέρνα για κυπριακό φαγητό, αυτή τη φορά κρεατικά. Τα πιάτα άρχισαν να διαδέχονται το ένα το άλλο, αλλά η Ψιψινέλ έδειχνε δυσαρεστημένη.
-Εν έσει κουπέπκια! δήλωσε αυστηρά.
Είδα κι έπαθα να την πείσω ότι δεν με πείραζε που δεν θα δοκιμάσω τα κουπέπκια. Η Ψιψιέλ το πήρε πολύ βαριά. Τα κουπέπκια, μου εξήγησε, είναι πολύ σημαντικά. Κάτι σαν εθνική υπόθεση.
Το βράδι κύλησε ωραιότατα με αρκετές μπύρες ΚΕΟ και αρκετή λογοδιάρροια εκ μέρους μου, τόσο που δύο κουμπάρες του ζεύγους έδειχναν από ένα σημείο και έπειτα να ζαλίζονται από τη νύστα. Το στρουμφάκι έδειξε μεγαλύτερη ευελιξία και σηκώθηκε από την καρέκλα του και έφυγε.Παρατηρήσεις ημέρας: μα τελικά υπάρχουν πάρα πολλοί εργαζόμενοι σε διάφορες θέσεις (λ.χ. σερβιτόροι, στο ξενοδοχείο, πωλητές, υπάλληλοι, ακόμα και ταξιτζήδες) που δεν μιλούν ούτε μια λέξη ελληνικά! Να σας πω τη μαύρη μου αλήθεια, με ψιλοεκνεύρισε. Και πολλούς Κύπριους τους ενοχλεί επίσης.
Ημέρα 3η
Το πρωί με την αυγούλα, έφυγα για την εξωτική Λάρνακα. Όπου Λάρνακα καμιά σχέση με την γεμάτη μονοκατοικίες Πάφο, αλλά τίγκα στην πολυκατοικία. Λάρνακα αγαπητά μου παιδιά ίσον Ρόδος εκτός των τειχών. Τεράστια κτίρια μπροστά στην παραλία, πολύ τουριστικό πανόραμα, άπειροι ξένοι.Στη Λάρνακα είχα την ευκαιρία να επισκεφθώ έναν φίλο εξ Ελλάδος και να γνωρίσω μια ακόμα θρυλική οικογένεια του βλογγοχωριού, τη Δρακούνα με τον Έτερο και την κουκλάρα τους.
-Είσαι ο πρώτος βλόγγερ που γνωρίζω, μου είπε αυστηρά η Δρακούνα.
-Σε όλους τα ίδια λες! της απάντησα δήθενα αδιάφορα.
Τα παιδιά με πήγαν σε ένα ωραιότατο παραλιακό καφέ, όπου πάλι η μια ΚΕΟ διαδέχθηκε την άλλη (αυτή τη φορά προσπάθησα να αφήσω και τους άλλους να μιλήσουν). Η κουβέντα είχε διαιίτερο ενδιαφέρον: τα παιδιά μου ανέπτυξαν τη ανατρεπτική θεωρία τους, σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα πρέπει τελικά να προσαρτηθεί στην Κύπρο ως ημι-αυτόνομη επαρχία. Επίσης μου αποκάλυψαν ότι πέρασαν το καλοκαίρι στην Κρήτη παρακινώντας τους ντόπιους ταξιτζήδες να ιδρύσουν αυτόνομο κράτος.
Εν τέλει η κουβέντα κατέληξε σε ένα αγαπημένο θέμα της Δρακούνας: τους κυπριακούς γάμους. Ο μέσος κυπριακός γάμος, μου εξήγησε, είναι κάτι σαν τον κρητικό, αλλά δέκα φορές πιο κυριλέ. Κοινώς, 1.000 καλεσμένοι, όλοι τραπέζι, όλοι στη χλιδή. Για του λόγου το αληθές, οι προσκλήσεις του γάμου... δημοσιεύονται στις εφημερίδες! (να άπιστοι θωμάδες)Παρατηρήσεις τρίτης ημέρας: Τα επίθετα των μισών Κυπρίων λήγουν σε -ίδης, χωρίς όμως να είναι Πόντιοι. Ενας φραπέ σε κυριλέ παραλιακό καφέ στην Κύπρο κάνει 3 ευρώ. Μια μπύρα, 3,5 ευρώ. ΟΚ, δεν πειράζει, θα πάρω ταξί για το σπίτι...
Παρατηρήσεις:
-Ο Καραμανλής ήταν σαν να ήταν έτοιμος να σκάσει. Βασικά η φάτσα του μου θύμισε το θείο μου το Βρασίδα που σε ένα τραπέζι το ’95 έφαγε μισό αρνί και μετά δεν μπορούσε να πάρει ανάσα και φοβηθήκαμε ότι θα πάθει ντουβρουτζά.
-Ο Καραμανλής θα ήταν εξαιρετικός στη νοηματική. Ειδικά αυτό που έπλεκε τα δάχτυλα, σαν να ανακάτευε την τράπουλα στο καζίνο, ήταν το καλύτερό μου.
-Ο Καραμανλής ήταν ο μάστερ της ελεγχόμενης οργής. Τσατίζομαι τώρα, με πνίγει το δίκιο, ωχ 5 δευτερόλεπτα ακόμα, μετά κυριλέ. Σαν άσκηση διαχείρισης θυμού.
-Ο Παπανδρέου είπε μια από τις ατάκες της βραδιάς. «Συχνά με ρωτούν γιατί είμαι αισιόδοξος». Με άλλα λόγια, από πού αντλώ τη χαζή χαρά. Ή, αν είμαι βλαμμένος.
-Στη συνέχεια της ατάκας ο Παπανδρέου μας ταξίδεψε στη μαγική Νέβερλαντ. «Βλέπω επιχειρηματίες με κέφι και φαντασία. Βλέπω συνταξιούχους γεμάτους ενέργεια». Βλέπω γιαγιάδες να διασχίζουν τον ουρανό. Και μωρά, να κάνουν κακά που δεν βρωμάνε. Καλά κάνουν και σε ρωτάνε άμα είσαι βλάμμένος.
-Η Παπαρήγα βγήκε φορώντας στο λαιμό μια μεγάλη, κόκκινη αστραφτερή καρδιά. Μια γλύκα ήταν. Σαν τη Sailor Moon του ΚΚΕ.
-Και εκεί που νόμιζα ότι ο Τσίπρας είχε φύγει, τακ εμφανίζονταν πάλι. Η πιο εντυπωσιακή επανείσοδος, χωρίς να φεύγεις.
-Ο λόγος που ο ΣΥΡΙΖΑ δεν σταυρώνει αρχηγό είναι γιατί είναι υποχρεωμένοι να περνούν όλοι τη μέρα μέσα στη μιζέρια και τη δυστυχία και σε κάποια φάση μπουκώνουν. Το είπε και ο Τσίπρας. «Βλέπω απλήρωτους εργαζόμενους. Βλέπω τους απολυμένους της ΛΑΡΚΟ. Βλέπω συνταξιούχους να μην τα βγάζουν πέρα». Βλέπω βιασμένες αρκούδες στα βουνά, σκοτωμένες πεταλούδες στα παρμπρίζ και ψυχοπλακωμένες κνίτισες στα λιβάδια. I see dead people, επίσης.
-Ο Καρατζαφέρης είναι ρετρό, όπως Ξανθόπουλος. «Οι άλλοι τα κληρονόμησαν τα κόμματά τους. Εγώ το έφτιαξα μόνος μου. Δάκρυσα, μάτωσα, πόνεσα. Από τα 18 εργάζομαι». Αχ το τι κλάμα ρίξαμε, δεν μπορώ να σας το περιγράψω. Όλοι κλαίγαμε, το μωρό κόντεψε να σκάσει, μέχρι κι ο σκύλος του γείτονα έκλαψε.
-Ο Χρυσόγελος είναι ο νέος μου ήρωας. Στο τέλος, μίλησε για τον Ασωπό και έβγαλε ένα βαζάκι με καπάκι-πλεκτό (στυλ μαρμελάδα γυναικείου συνεταιρισμού Μακρακώμης) και ένα μαύρο πράγμα μέσα «… και να τι νερό έχουν οι κάτοικοι εκεί». Μετά άρχισε να μιλάει για τα καμένα βουνά και πραγματικά, ήμουν σίγουρος ότι θα βγάλει ένα καμένο κλαδί (ή έστω ένα σακί κάρβουνα).
Πάμε τώρα στο προκείμενο και υπόσχομαι να προσπαθήσω να είμαι πιο τακτικός στο μέλλον (δύο υποτακτικές σε μια πρόταση, βέβαια, δεν είναι καλό σημάδι).
CARAMELAΣήμερα παιδιά μου θα μιλήσουμε για έναν κανόνα της πίστας: το «Δεύτερος από τα Αριστερά». Κάποτε, στα παλιά τα χρόνια, εκεί που photoshop σήμαινε κόβω-με-το-ψαλίδι-τις-φωτο-και-τις-κολλάω-σε-φόντο-ηλιοβασίλεμα, εκεί λοιπόν η αφίσα της πίστας της σωστής σήμαινε ότι το μεγάλο όνομα θα είχε και το πιο μεγάλο κεφάλι. Όσο πιο νωρίς στο πρόγραμμα έβγαινες, τόσο μικρότερο θα ήταν το κεφαλάκι σου στην αφίσα. Σήμερα όμως τα πράγματα άλλαξαν. Το αστέρι το σωστό δεν χρειάζεται να σβήνει τους υπόλοιπους στην αφίσα. Ακολουθά τον κανόνα του «Δεύτερος από τα Αριστερά». Εδώ λοιπόν έχουμε ένα κλασικό παράδειγμα. Η Στανίση δεν χρειάζεται να επικαλύψει τους υπόλοιπους. Αφήνει τον κλώνο της Παπαρίζου να προτάξει το βυζί και αυτή σβερκώνει το τεκνάκι το καλό, κοιτώντας γεμάτη αυτοπεποίηθηση το φακό. Και το ζητούμενο έχει επιτευχθεί: οι υπόλοιποι, λες και δεν υπάρχουν. Το τεκνάκι το καλό φοράει σακάκι τρίμπιουτ στον Φλωρινιώτη, οπότε κερδίζει και την συμπάθειά μας.
ΠΑΡΑΛΙΑΕδώ λοιπόν έχουμε ακόμα μια επιβεβαίωση του «Δεύτερος από τα Αριστερά». Η Σαμπρίνα στέκει στριμωγμένη ανάμεσα σε δύο μαυροφόρους νεαρούς, κοιτώντας γεμάτη αυτοπεποίηθση το φακό. Ο αριστερός μαυροφόρος κοιτά ελαφρώς τσαμπουκαλεμένος το φακό σε στυλ «τρέχ' τίποτα ρε 'λαράκι;». Ο δεξιός μαυροφόρος χαμογελά ελαφρώς αυτάρεσκα με ύφος greek kamaki « α σσσου δείξ'εγώ». Στην άκρη η καστανή, στο ρόλο της καλής πλην τιμίας καστανής που της τρώει πάντα το γκόμενο η ξανθιά.
VIP ΣΚΥΛΑΔΙΚΟΕδώ δεν μπορούμε να επιβεβαιώσουμε τον κανόνα, γιατί ο αριθμός των αιοδών στην αφίσα είναι μονός, επομένως το αφεντικό μπαίνει στο κέντρο. Μαύρα ρούχα- άσπρος φόντος=καμία έμπνευση.
ΕΜΠΑΤΗ NorthΑ, εδώ όμως από κόνσεπτ άλλο τίποτα. Παίρνεις τρεις σαραντάχρονους. Τους ντύνεις απλά και νεανικά, οι δύο με άσπρα μπλουζάκια, ο μεσαίος με μπλουζάκι Sex Pistols (εκεί, όπου βρίσκεται η αλήθεια). Τους βάζεις να πάρουν το πιο τρομακτικό (έως σατανικό) τους χαμόγελο. Τους δίνεις ένα σπρέι. Τους φωτοσοπάρεις τόσο, που η φάτσα τους να είναι σαν παρκέ φρεσκογυαλισμένο. Μετά βάζεις και λίγο εφέ κίνησης στο χέρι αντίστοιχου χρώματος με το σπρέι, εφέ που δεν ταιριάζει βέβαια με το να γράφεις κάπου με σπρέι, αλλά με το να πετάς στα μούτρα κάποιου το σπρέι (ή να το στριφογυρίζεις γύρω σου). Και τελειώνεις γράφοντας τα ονόματα με γραφικό χαρακτήρα γιατρού στον Ευαγγελισμό. Εντάξει, στον πρώτο γράφει Ιμβριος. Στον δεύτερο Ιασιοκλίδης (;!). Στον τρίτο Σουράκης (;!). Δεν το έχω.
ΘΕΑΑχ μ' αρέσουν πόσο οι οικογενειακές συγκεντρώσ'! Κάθε χρόν', ου θείους ου Γιώργους από του Καναλάκ' της Πρεβέζ'ς, μας μαζεύ' ολ'ς στου σπίτι τ' στου χουριό κι γίνετ' ένα γλέντ', μα ένα γλέεεντ'... τι να σι λέου. Ιδώ στην φωτογραφία είν' με τ' ανήψια τ' τουν Κουστή κι τουν Γιούργη, που ήρθαν φέτους απ' του Σικάγου. Αχ συγκινηθίκαμ' ούλοι, κοίτα χαρά, τόσα χρόνια είχα να τ'ς δω... Μεγάλουσαν τα πιδιά, άντρες έγιναν, αλλά ου θείους δεν άλλαξε καθόλ', φτού να μην τον ματιάσω!
Τις επόμενες ημέρες το χαρτί ξεχάστηκε (από μόνο του, σας ορκίζομαι) σε ένα ράφι της βιβλιοθήκης. Πλην όμως η δουλειά έπρεπε να γίνει. Ένα ωραίο βράδι, λοιπόν, κάναμε οικογενειακό συμβούλιο.
-*Αθηνά* μου, πρέπει να μιλήσουμε, είπα με σοβαρό τόνο στη φωνή.
-Γιωρίκα μου, με τρομάζεις! είπε η *Αθηνά* μου και κάθισε φανερά ανήσυχη στον καναπέ.
Πήρα μια βαθιά ανάσα (για να δώσω λίγο σασπένς) και ξεφούρνισα την ιδέα.
-Θέλεις να κάνουμε μεταδημότευση; είπα γεμάτος αγωνία.
Η *Αθηνά* μου, βαθιά πολιτικό ον, έμεινε για λίγο σκεπτική.
-Μα μου αρέσει που ψηφίζω κοντά σ'της θείας μου στον Κολωνό, που μαζεύεται όλο το σόι και γίνεται χαβαλές, απολογήθηκε.
-*Αθηνά* μου, έχουμε καθήκον να ψηφίζουμε εκεί που μένουμε, να επηρεάζουμε την τύχη του τόπου μας! είπα ως άλλος Βενιζέλος (Ελευθέριος, όχι Ευάγγελος) (αν και στα κιλά προς τα εκεί πάω τελευταίως).
Η *Αθηνά* μου με κοίταξε βουρκωμένη.
-Ας είναι, είπε. Για την Πεύκη μας ρε γαμώτο!
Το επόμενο πρωί κίνησα για το ληξιαρχείο Αμαρουσίου, εκεί όπου γράφονται σχεδόν όλα τα παιδάκια των μαιευτηρίων της πόλης. Μετά από 423 κύκλους μέσα στους πεζόδρομους της περιοχής και αρκετές μνημονεύσεις σε μεγάλες μορφές του χριστιανισμού, κατάφερα να βρω μια εξαιρετική θέση πάρκινγκ, καβάλα σε ένα πεζοδρόμιο, σχεδόν μέσα σε ένα θάμνο.
Στη γιαγιά που βγήκε πίσω από το θάμνο με διάθεση να μου την πει έριξε ένα άγριο βλέμμα, τόσο που μετάνοιωσε και ξαναμπήκε μέσα (όχι παίζομε).
Σε λίγο ήμουν στο ληξιαρχείο, στο Βωβικής αισθητικής δημαρχείο Αμαρουσίου. Παραδόξως δεν είχε ουρά και μάλιστα είχε και εκείνο το ωραίο σωστηματάκι με τα νουμεράκια. Δύο λεπτά αργότερα ήταν η σειρά μου.
Η υπάλληλος ήταν μια κομψή 40άρα, με βλέμμα αγάμητης αρκούδας.
-Καλημέρα! της χαμογέλασα.
Με κοίταξε με ένα βλέμμα τόσο παγωμένο που ένιωσα ξαφνικά μια κρυάδα (τώρα που το σκέφτομαι ίσως να έφταιγε και το αιρκοντίσιο). Η κομψή πλην στριμμένη κυρία με εξυπηρέτησε γρήγορα. Εγώ πάλι σκεφτόμουν σενάρια καταστροφής, όπου αυτή μου ζητούσε κάποιο έγγραφο που δεν είχα και εγώ εξεγειρόμουν. Πάνω που αναρωτιόμουν ποια είναι η καλύτερη ατάκα για την περίπτωση («Το να είσαι ξινή είναι μέρος της δουλειάς σου;» ή «δεν υπάρχει κράτος»), η κομψή στριμμένη κυρία μου έδωσε το πιστοποιητικό.
-Να το πάτε στο δήμο που έχετε οικογενειακή μερίδα.
Κατάλαβες τίμιε, πανέμορφε αναγνώστη; Μέχρι χθες, η φράση «οικογενειακή μερίδα» έφερνε στο μυαλό μου μια τεράστια μερίδα γύρο με απόλα. Σήμερα έφερε μια εκκρεμότητα που είχε ξεχάσει. Δεν είχα ανοίξει οικογενειακή μερίδα.
Υποθέτωντας λοιπόν ότι η οικογενειακή μου μερίδα μεταφέρθηκε αυτομάτως εκεί που ήταν η δική μου (από τους γονείς μου), κίνησα για τη Νέα Ιωνία. Πίσω από το γκισέ του δημοτολογιου ήταν ένας μισόκουφος και ελαφρώς χμ αργός υπάλληλος.
-Θέλω να δηλώσω το όνομα του παιδιού και να κάνω μεταδημότευση! εξήγησα.
Μετά από 5 λεπτά, ο υπάλληλος είχε βγάλει ένα πόρισμα που δεν μου άρεσε καθόλου:
-Είστε δημότης Νέας Ιωνίας και η γυναίκα σας Αθήνας, το παιδί είναι δημότης Αμαρουσίου και η οικογενειακή μερίδα είναι στην Κηφισιά που έγινε ο γάμος.
Γαμώ. Και όλα αυτά πρέπει να έρθουν στην Πεύκη.
Το επόμενο πρωί αποφάσισα να επιλέξω μια πιο εύκολη λύση, ζαλώθηκα το Πουτούι στο μάρσιπο και πήγα στο ΚΕΠ της εξωτικής Πεύκης. Εκεί με περίμενε μια ακόμα έκπληξη.
-Πρέπει να αποδείξετε ότι είστε δύο χρόνια κάτοικος Πεύκης, με πληροφόρησε ο υπάλληλος. Με φορολογική δήλωση.
-Εχω φύγει έξι χρόνια από το πατρικό μου και η δήλωση ακόμα πηγαίνει στο πατρικό μου, απολογήθηκα.
-Αν έχεις λογαριασμό κινητού, κάτι θα κάνουμε είπε με πονηρό ύφος ο υπάλληλος. Θα πάρω κάτι δικούς μου στο δήμο και θα τα κανονίσουμε.
Εκεί άρχισα να εκνευρίζομαι.
-Γιατί πρέπει να αποδείξω ότι μένω δύο χρόνια στην Πεύκη; Δεν είναι η μεταδημότευση το εισιτήριό μου σε μια καλύτερη ζωή! είπα όσο πιο ξινά μπορούσα. Το Πουτούι συνηγόρησε με ένα ηχηρό ρέψιμο.
Βγήκα από το ΚΕΠ συφιλλιασμένος και απομακρύνθηκα με μεγάλα σταθερά βήματα.
Την περίοδο αυτή, τι να σας πρωτοπω:
-από δουλειά να τρώνε και οι κότες
-του γείτονα οι κότες το έσκασαν και έγιναν αλανιάρες, σαν το χωριό είμαστε, κόντεψα να πατήσω μια χτες με το αμάξι
-βαφτίσαμε το πουτούι (εις το εξής έτσι θα αποκαλείται ο Διομήδης). οι μισοί δεν ήρθαν λόγω καλοκαιριού και τώρα έρχονται ένας ένας. με αποτέλεσμα να έχω κλείσει όλη την εβδομάδα ήδη από χθες
-πέτυχα τυχαία σε μπυραρία έναν ΠΑΣΙΓΝΩΣΤΟ βλόγγερ εκ της συμπρωτεύουσας, ο οποίος είχε έρθει Αθήνα μυστικά από όλους (χα χα έτσι νόμιζε)
-πήρα ηλεκτρικό πριόνι (γκαγκααααααανννν!)
-ετοιμάζω νέους γύρους home improvement
-πήρε το μάτι μου τις πρώτες αφίσες στους δρόμους
-οι Ινδοί φίλοι μάς στέλνουν mystery gifh pack με Ινδό φίλο τους που έρχεται για διακοπές
Λοιπόν δώστε μου λίγο χρόνο, κάντε μια καλή σκέψη για να στοκάρουμε καλή ενέργεια και τα λέμε πολύ πολύ σύντομα
Στο ταξίδι το μωρό διατήρησε ακέραιη την ψυχραιμία του παρά τα 8 μποφώρ και τον Κάβο Ντόρο, σε αντίθεση με την μητέρα του η οποία άφησε τα νύχια της φυτεμένα σε μια καρέκλα της οικονομικής θέσης. Το μωρό εντυπωσιάστηκε ωστόσο από τον άνεμο που έπνεε συνεχώς στο νησί, γούρλωσε τα μάτια και άρχισε να κουνά χέρια και πόδια. Και με ορθωμένο το λοφίο ως κοκοράκι (ή πανκ, αν θέλετε), συνέχισε την παραμονή του στο νησί.Η σύνθεση «δύο-ζευγάρια-με-βρέφη» πήγε απρόσμενα καλά. Ο στρούφος (από το μουστρούφος, όπως εις το εξής θα αποκαλείται το μωρό) άρχισε να ξεδιπλώνει τα ταλέντα του κατά τη διάρκεια των διακοπών. Καταρχήν, κοιμόνταν ατελείωτες ώρες. Κατά τέλος, κάθισε για πρώτη φορά μόνος του. Μην γελάτε, στον κόσμο των νέων γονιών αυτά είναι σημαντικά πράγματα. Μωρό όχι πλέον ξάπλα. Τώρα και καθιστό.
Κατά τα άλλα, οι συμπατριώτες μου ξεπέρασαν εαυτόν σε φιλοξενία, αντίθετα με τη γενική αντίληψη που υπάρχει για τους κατοίκους της Άνδρου. Θα σας περιγράψω ένα χαρακτηριστικό περιστατικό: Άγιος Πέτρος, εκτός από κλειδοκράτορας, ωραιότατη τρέντι παραλία κοντά στο Μπατσί. Όπου τρέντι, ίσον μπιτσμπαράκι και ξαπλώστρα. Τίνγκα στα 25χρονα, μαυρισμένα κορμιά, στριγκάκια, μπιτάκια, οι Corona και τα φραπεδάκια να δίνουν και να παίρνουν και... νά σου και οι γραφικοί, με τα καρότσια να αγκομαχούν στην άμμο και τις τσάντες με τα 143 πιο απαραίτητα μωροπράγματα.Ε λοιπόν σας πληροφορώ ότι μόλις σκάσαμε επάνω στο μπιτσμπαράκι, έγινε χαλασμός να μας εξυπηρετήσουν. Μετακίνησαν μια παρέα που καθόνταν στο καλό το σημείο, με τους καναπέδες μακριά από τα ηχεία και έβαλαν εμάς. Και νιώσαμε και εμείς λίγο άνθρωποι, εκτός από γονείς (γιατί οι γονείς δεν είναι άνθρωποι, πανέμορφε αναγνώστη, αλλά μια άλλη ειδική κατηγορία).
ΥΓ. Γκρίζα διαφήμιση. Ξενώνας ΤΕΛΕΙΟΣ. Και, κρατηθείτε, 50 ευρώ.
Είναι η Παραλία Κατερίνης!
Χαλαρώστε, βγάλτε τα στενά παπούτσια και αφήστε τα ποδαράκια σας να δροσιστούν, απλώνοντας τη γνωστή οντόρ στην ατμόσφαιρα, καθίστε αναπαυτικά δίπλα στο πισί σας. Παρακαλώ φανταστείτε και συνθέστε την εικόνα:
-Πολυκατοικία. Παντού πολυκατοικία. Και γύψινο κολωνάκι. Ένα πραγματικό δάσος από γύψινο κολωνάκι. Στα μπαλκόνια, στις ταράτσες, στις αυλές, ακόμα και δίπλα στο κύμα. Αρχιτεκτονική δεν υπάρχει. Αν κάποτε υπήρχε, τον τάφο της ορίζουν δύο γύψινα κολωνάκια.
-Φωτεινές επιγραφές. Παντού. Τόσες που θαμπώνεσαι. Να αναβοσβήνουν η μια πίσω από την άλλη.-Γύψινες αφροδίτες, ερμήδες, απόλλωνες, γενικά γύψινοι αρχαίοι κοσμούν σχεδόν κάθε δεύτερη γωνία.
-Ο θεός-να-τα-κάνει ξενοδοχεία, τουριστικά καταστήματα επιπέδου Μοναστηρακίου (με μαγνητάκια-σπίτια από ελληνικά νησιά, αγαλματάκια, ακροπόλεις, τσαρούχια, πέδιλα, κοχύλια από την καραϊβική κλπ), μπαράκια, άπειρα φαστφουντ, γουναράδικα (?!), μια εκκλησία.-Άθλιοι, ως επί το πλείστον, ανατολικο-ευρωπαίοι τουρίστες.
Οι ντόπιοι και λοιποί ημεδαποί αποφεύγουν το κύριο κομμάτι της παραλίας και πηγαίουν βόρεια, στο μόνο ωραίο κομμάτι: εκεί που είναι τα μεγάλα μπιτσμπαράκια. Όπως βλέπετε στις φωτογραφίες, χάνουν το καλύτερο... 

Η άφιξή μας έτυχε και φέτος να συμπέσει με ένα εξαίσιο και υψηλού επιπέδου πολιτιστικό γεγονός, που ακούει στο όνομα Μυδοχαρά. Η Μυδοχαρά κάθε φέτος ξεπερνάει τον εαυτό της ευρηματικότητα. Για παράδειγμα φέτος είχε τόσους κινέζους μικροπωλητές όσο ποτέ άλλοτε. Που πωλούσαν απολύτως ασφαλή και υψηλής αισθητικής παιχνίδια, όπως πλαστικά σπαθιά που έπαιζαν μουσική, σατανισμένες κούκλες που αναβόσβηναν τα μάτια τους και έλεγαν κάτι ακατάληπτα (πιθανότατα κάποιον ύμνο στον Μεγάλο Τιμονιέρη), πιστολάκια που έβγαζαν σαπουνόφουσκες και άλλα παρόμοια. Την εικόνα της πανήγυρης συμπλήρωναν με μεγάλη επιτυχία οι γύφτοι, γνωστοί για την ποιότητα και κυρίως την ποσότητα της κιλότας που διακινούν (5 κιλότες 10 ευρώ κλπ), αλλά και λοιποί εγχώριοι που πωλούσαν άπειρα CD με πανάγνωστους λαϊκούς ερμηνευτές και εδέσματα βασισμένα στην παράδοση της Μακεδονίας (λ.χ. λουκουμάδες με σοκολάτα, όπως φυσικά τις έτρωγαν οι γιαγιάδες μας).
Αιχμή του φεστιβάλ ήταν βέβαια το πολιτιστικό πρόγραμμα (και φυσικά τα τσάμπα μύδια). Η παράδοση θέλει το φεστιβάλ να χωρίζεται σε δύο σκέλη: στο εγχώριο, όπου οι δύο σύλλογοι του χωριού (ο ποντιακός και ο δευτερεύων) παρουσιάζουν χορούς και στο αλλοδαπό, όπου συγκροτήματα (συνήθως από χώρες της ανατολικής ευρώπης) ξεδιπλώνουν την μουσικοχορευτική τους παράδοση (όχι αυτή με την μπάρα στη μέση, την άλλη). Φέτος όμως οι ιθύνοντες του φεστιβάλ μας επιφύλαξαν μια έκπληξη: κάλεσαν εξ Ουγγαρίας σχολή χορού η οποία, όπως μας είπε η επικεφαλής της, παρουσίασε «κορό μεξικό φλαμένκο, κορό αίγκυπτος, κορό χιπ χοπ και κορό μαντάνα». Χορούς που εκτέλεσαν (κυριολεκτικά) γκρουπ 16χρονων κοριτσιών, χορευτικών ικανοτήτων συνοικιακής σχολής τζην κέλλι βουδαπέστης. Κάθε χρόνο και καλύτερα.
Φυσικά και δεν παραλείψαμε να πάμε στην τσοντοπαραλία (άνευ μουστρούφη, όπως στο εξής θα αποκαλείται ο διάδοχος). Όπως ίσως θυμάστε, η επίσκεψή μας προπέρισυ στην άγνωστη αυτή παραλία επεφύλασσε εκπλήξεις από αυτές που νομίζεις ότι θα τις λες και δεν θα σε πιστεύουν. Φέτος τα πράγματα ήταν κάπως πιο ήπια. Στην παραλία υπήρχε μόνο ένα βαν με αυστριακές πινακίδες. Με το που φθάσαμε και πάνω που ξεφορτώναμε βγήκε από το βαν ένας ηλιοκαμένος (σαν τον κωστέτσο) κύριος με μια μαλαπέρδα να!, με συγχωρείτε κιόλας, αλλά τρομάξαμε. Ο κύριος μάζεψε το θεριό και ξαναμπήκε στο βαν και δεν εμφανίστηκε παρά μόνο από απόσταση κι εμείς κάναμε το μπανάκι μας ήσυχα κι ωραία (και χωρίς κόμπλεξ κατωτερότητας).
Όπως κάθε έτος, η συγκατοίκηση με τους γονείς και τη γιαγιά αποδείχθηκε υπόθεση για γερά νεύρα. Το δύσκολο ήταν να πείσω την ελληνίδα μάνα ΟΧΙ, ΝΑ ΜΗΝ ΛΕΕΙ αυτό που πιστεύει ότι πρέπει να κάνουμε με το μωρό. Μετά τις πρώτες 132 φορές που το είπα, η μάνα μου άρχισε να το συνειδητοποιεί. Και κάθε φορά που έλεγε κάτι να με κοιτάει που την κοιτάω και να μου λέει γελαστά: α παράτα μας κι εσύ.
Πηγαμε και εκδρομές. Στο εξωτικό Βελβεντό Κοζάνης (που είναι ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ χωριό, προτείνω ανεπιφύλακτα), στην Αιανή Κοζάνης με το γαμάτο μουσείο (είμαστε λίγο φυτά, τι να κάνουμε). Φυσικά στην Παραλία Κατερίνης, αυτό τον ναό του καλού γούστου, όπως βλέπετε στη φωτογραφία, θα ακολουθήσει ξεχωριστό αφιέρωμα. Και στη Βέροια, καλεσμένη γνωστής αεροζολικής βλογγερούς. Στη Βέροια τα κουνούπια μας υποδέχθηκαν με μεγάλη χαρά και φρόντισαν να μας μείνει η επίσκεψη αξέχαστη. Ευτυχώς η αεροζολική βλογγερού ήτο εξαιρετική, ο σύζυγος αυτής εξίσου εξαιρετικός και το μωρό τους (σχεδόν συνομίληκο του μουστρούφη) ένα πραγματικό Αστέρι. Και μιλάμε για φιλοξενία, όχι αστεία. Μας κάλεσαν οι άνθρωποι σπίτι τους και μόνο τα κομοδίνα δεν μας δώσαν όταν φύγαμε.
Κατά τα άλλα ο μουστρούφης κέρδισε για ακόμα μια φορά τις εντυπώσεις, χαμογελώντας σε όλες τις θείες ανεξαιρέτως, ακόμα και σε αυτές που το δικό μου χαμόγελο μαραίνεται ως απότιστη γλαδιόλα. Γελούσε ακόμα και όταν το βάλαμε στο καρπούζι, όπως είδατε, τουλάχιστον για τα πρώτα 5 δευτερόλεπτα. Οι δε γονείς μου έπαθαν στερητικό με την αποχώρησή μας, αφού είχαν 24/7 το μωρό μέσα στα πόδια τους, και είναι πολύ συμπαθητικό το άτιμο.
Επόμενος σταθμός ήταν η Άνδρος.

Υλικά:
-Μωρό. Το δικό σου ή τόσο κοντινό, ώστε να είναι σίγουρο ότι δεν θα σας πάρουν στο κυνήγι.
-Το μεγαλύτερο καρπούζι που έχει ο αθίγγανος. Όπερ μπορεί να χρειαστεί εκτενείς διαπραγματεύσεις (όπως συνέβη στην περίπτωσή μας), καθότι μπορεί να αποδειχθεί δύσκολο για τον αθίγγανο να ξεπεράσει το marketing/sales concept "δύο καρπούζια 5 ευρώ" και να πουλήσει ένα καρπούζι, κάτω από 5 ευρώ.
-Μαχαίρι για να το κόψεις, λεκάνη για τα ζουμιά, ταψί για το εσωτερικό.
Εκτέλεση
Κόβετε το καρπούζι λίγο υψηλότερα από τη μέση.
Κατόπιν χώνετε το μαχαίρι περιμετρικα και διαγώνια και αποσπάτε κομμάτι κομμάτι το εσωτερικό. Αν το καρπούζι είναι γλυκό και όχι μάπα (βλ. λαϊκή σοφία, μάπα το καρπούζι), το αφήνετε κομμάτι κομμάτι στο ταψί προς αποθήκευση και μελλοντική κατανάλωση. Αν πάλι είναι μάπα, το πετάτε.
Ανοίξτε δύο τρύπες για να βγουν τα πόδια του μωρού. Υπολογίστε το σωστά ώστε να μην χρειαστεί να εξηγήσετε στο νοσοκομείο της περιοχής σας πώς το παιδί έπαθε εξάρθρωση μέσα σε ένα καρπούζι. Και κατόπιν στην αστυνομία, στην κοινωνική λειτουργό, στο δικαστήριο.
Ζητήστε τη βοήθεια τουλάχιστον δύο ακόμα ατόμων. Ο ένας κρατά το καρπούζι, ο δεύτερος βάζει μέσα το παιδί. Ο πρώτος ένας κρατά διακριτικά το παιδί-καρπούζι, ο δεύτερος τραβά φωτογραφίες. Ο τρίτος κάνει χαζά για να γελάσει το μωρό, που δεν πρόκειται να δεχθεί να καθίσει μέσα στο καρπούζι περισσότερο από 1,5 λεπτό, ακόμα κι αν κάνετε κατακόρυφο ή του διαβάσετε αποσπάσματα από το τίμιο τούτο βλογ.Τι να αποφύγετε
-Μην βάλετε το καρπούζι στο ψυγείο πριν το κόψετε. Σκεφτείτε τη χαρά που θα κάνει το μωρό όταν μπει σε ένα υγρό, παγωμένο περιβάλλον.
-Να είστε έτοιμοι για να κάνετε μπάνιο το μωρό αμέσως μετά, γιατί πιθανότατα θα σας την πέσουν όλες οι σφήκες της ευρύτερης περιοχής.
BONUS PHOTO: η Ποντία γιαγιά παρακολουθεί στωικά την ανωτέρω διαδικασία εξευτελισμού του δισέγγονου, την οποίο για κάποιο λόγο βρίσκει ιδιαίτερα διασκεδαστική.Οι διακοπές σε συσκευασία τριών (στους δύο ο τσίτσος δώρο) θα είναι μια πρωτόγνωρη εμπειρία και για τους τρεις μας, πολλώ δε μάλλον για το μωρό που έχει κάπως πιο περιορισμένες εικόνες. Ο καθένας τρέφει τις δικές του προσδοκίες για το επόμενο 20μερο, και θα επιχειρήσεω να σας δώσω μια συνοπτική εικόνα.
Γιωρίκας, 33, πολύ Πόντιος
-να περάσει εξίσου καλά με τους φίλους του.
-να επισκεφθεί το βελβεντό κοζάνης, το νέο μουσείο στο δίον, το νέο μουσείο στην πέλλα
-να πάει στην πιο τέλεια παραλία της άνδρου
-να αποφύγει αιτίες συγχίσεων και ανθρώπους που τον συγχίζουν
*Αθηνά*, 33 (και ένα χρόνο), φαρμακοποιός
-να κοιμηθεί
-να μην πιεστεί για τίποτα
-να αράξει όσο γίνεται περισσότερο
-να μάθει κρυφά στο παιδί τον ύμνο του ολυμπιακού
Διομήδης, 5,5 μηνών, πολλά υποσχόμενος
-να μπουσουλήσει
-να πιάσει πράγματα και να τα βάλει στο στόμα
-να βγάλει δόντια για να μη βασανίζεται άλλο ή, εναλλακτικά
-να καταφέρει να βάλει ολόκληρη την πατούσα στο στόμα
Οι διακοπές μας λοιπόν ξεκινούν το Σάββατο με ένα 10μερο στο εξωτικό παραθαλάσσιο χωριό της βόρειας Πιερίας, συνεχίζουν με ένα 4μερο στην Άνδρο (για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νέοι) και ολοκληρώνεται με ένα 10μερο στο εξωτικό Άστρος Κυνουρίας. Σας αφήνω λοιπόν με τη ευχή να περάσουν γρήγορα οι μέρες ως την παρασκευή και μετά Αργάααααα.....
Την αγάπη μου
Τι εννοείτε τι βραβείο;
Ότι το τίμιο τούτο βλογ είναι το πιο αστείο που διαβάζουν. Ανεξάρτητα αν αυτό αποδεικνύει ότι οι δύο γλυκύτατες κυρίες έχουν χαμηλό επίπεδο χιούμορ, εγώ οφείλω να τις ευχαριστήσω και με τη σειρά μου να απονείμω κι εγώ πέντε βραβεία, μέρες που ΄ναι.
-Στον Σνικόλα, το πιο Βραβείο του πιο Αποθυμησμένου (sic) Βλογ της ελληνικής βλογγόσφαιρας. Ο Σνικόλας που λέτε είναι ένας καταπληκτικός, αστείος, αψηλός και γυμνασμένος νέος (κυρίες μου και ελεύθερος), ο οποίος έχει ένα ωραίο βλογ, αλλά το ενημερώνει κάθε του Αγίου Ποτέ. Όταν το ενημερώνει, βέβαια, γίνεται ο πάνικ στα σχόλια.
-Στον κουμπάρο μου στον καθηγητή, το Βραβείο του Μπεστ Νουκάμερ Βλόγγερ. Όχι ότι τον διαβάζω και αλλάζει η ζωή μου, αλλά είναι κουμπάρος μου και τον προωθώ στην καταξίωση, καταλαβαίνετε.
-Στον Πρόβατο, το Βραβείο του Καλύτερου Ζώου του Αγρού. γιατί τον διαβάζω εντατίκ.
-Στην Κωλόγρια, το Βραβείο της πιο Σκατόστομης Βλογγερ, γιατί άμα σε πιάσει, ο θεός να σε φυλάει (ομοίως, ο Αλλάχ, ο Βούδας, ο Κρίσνας)
-Τέλος, στον Πέσλακ, το Βραβείο του Βλογ-Σεναρίου (δεν είναι βλογ αυτό είναι υπερπαραγωγή).
Αυτά. Θα τα ξαναπούμε συντόμως, όμως.
Τα βράδια του καλοκαιριού στην τηλεόραση πέφτει πολύ ζάπινγκ. Άλλοτε ταϊζοντας το ζαμπονάκι, που στρίβει το λαιμό του σαν το κοριτσάκι στον Εξορκιστή για να δει τηλεόραση (αλλά άδικα, καθότι είμεθα αμείλικτοι στο θέμα). Και άλλοτε απλά χαζεύοντας λίγο πριν πάμε για ύπνο- τις τελευταίες ώρες μόνος μιας και η *Αθηνά* ξυπνάει νωρίς και εγώ αργά.
Τι έχει λοιπόν να δεις στην τηλεόραση το καλοκαίρι; Όχι πολλά. Καταρχήν έχει ατελείωτα, ανακατεμένα επεισόδια του sex and the city. Τρώμε τα γιαουρτάκια μας και σχολιάζουμε πόσο μαλακισμένη είναι η Κάρι. Ας πούμε, την περασμένη εβδομάδα την κάλεσε ο Έινταν να πάνε στο εξοχικό του. Και αυτή η ξυνισμένη έκανε σαν να την έσερνε να μαζέψει ροδάκινα στη Βέροια. Πάει, που λέτε και εκεί που κάθεται βγαίνει ένας σκίουρος. Και αυτή αρχίζει να ουρλιάζει λες και είδε τον Πάγκαλο με προβιά. Και μετά έφτιαξε μισό κέικ και το παρουσίασε ως επίτευγμα (αφού ούτε αυγό δεν ξέρει να φτιάχνει η άχρηστη) και ξαναείδε το σκίουρο και της έπεσε το κέικ και έκαψε το πόδι της το ζώον. Και μετά κλαψούριζε στον Έινταν και του τα έσπασε, ως κλασική σπαστικιά γκόμενα, να μετανιώσει την ώρα και τη στιγμή που την πήγε στο γαμωεξοχικό. Και μετά πήρε τηλέφωνο να κλαφτεί το πουροτεκνό που της ψήνει το ψάρι στα χείλια, γιατί δεν μπορεί άμα δεν βασανίζεται. Πάντως αν η Κάρι είναι μια φορά για τις μπάτσες, αυτή που είναι για τις κλωτσές είναι η Σάρλοτ. Για πολλές κλωτσές.
Άλλο χάηλαητ των καλοκαιρινών μας βραδιών είναι ένα κολομβιανό που παίζει στον Alpha μετά τα μεσάνυχτα. Υπόθεση: το δράμα μιας μικρής, αθώας, άβυζης Μπογκοτιανής (από τη μπογκοτά ντε). Ελαφρώς ζαβό 20χρονο πιστεύει ότι θα γίνει η Χάηντη Κλουμ άμα βάλει βυζιά. Μένει με τη μάνα της, που είναι τόσο στοργική που της κρατάει ζεστό τον γκόμενο μέχρι να γυρίσει (θυσία η μάνα). Η Καταλίνα (έτσι τη λένε) τους παρατάει και πάει να βρει την τύχη της στην πρωτεύουσα. Εκεί κάνει μια φίλη πιο ξέτσουλη, η οποία είναι ελαφρώς βιζιτού και έχει το εξής σύστημα: βρίσκει έναν πλούσιο (αδιάφορων λοιπών στοιχείων) και του κατσικώνεται στο σπίτι, με αντάλλαγμα τις γνωστές υπερωρίες που όλοι φαντάζεστε. Η δε Καταλίνα προσπαθεί να πείσει όλους αυτούς τους τύπους να της πληρώσουν νέα βυζά, αλλά είναι τόσο χαζή που απλά την πηδάνε και την διώχνουν. Σε κάποια φάση βάζει βυζά, αλλά κάτι δεν πάει καλά στην επέμβαση και της ψοφάνε. Μετά ξαναβάζει, αλλά κάτι δεν πάει καλά και ψοφάει η ίδια (αυτό το τελευταίο δεν το έχω δει, αλλά το διάβασα σε κάποιο βλογ).
Τι άλλο. Έχει μπόλικες από αυτές τις ιατρικές σειρές που δεν τις μπορώ γιατί είναι όλο γκομενικά και εγχειρίσεις. Βλέπεις μια γιατρό, τα έχει με έναν νοσηλευτή, αχ ζόρι που τραβάνε, νάσου και ένας παππούς που θέλει τραχειoτομή. Ασταδιάλα βραδιάτικα.
Το κλου βέβαια ήταν τις προάλλες που έπεσα επάνω στο Λόγω Τιμής. Μεγάλο φλας. Σε κάποια φάση αυτή τη σειρά την έβλεπαν όλοι και μετά πήγαιναν στη σχολή στην κοινωνιολογία βου και πάλι για το Λόγω Τιμής μιλούσαν. Αλλά δεν άντεξα πάνω από δέκα λεπτά, ομολογώ, έπληξα.
Αυτά τα καλοκαιρινά.
Ήττα κατά κράτος.
Και εκεί που νομίζαμε ότι τα έχουμε δει όλα, ήρθε ο σαββατιάτικος γάμος να μας διαψεύσει. Το Σάββατο, που λέτε, παντρεύονταν ένα ζεύγος ελάχιστα γνωστό σε εμάς, με κουμπάρο όμως έναν κολλητό από την εξωτική Πιερία, ο οποίος μας επέβαλλε να έρθουμε και στο τραπέζι. Αφήσαμε τον τσίτσο με τους γονείς και πήγαμε.
Ο γάμος γινόταν σε μια εκκλησία στα σύνορα Αιγάλεω και Αγίας Βαρβάρας (terra incognita). Τελικά την βρήκαμε εύκολα και μάλιστα η εκκλησία ήταν ιδιαίτερα συμπαθητική.
Καταρχήν, τη νύφη την έφερε ένας τύπος με μια κατακόκκινη Ferrari. Ως εδώ καλά. Πλησιάζει την εκκλησία, όχι κορνάροντας, αλλά μαρσάροντας. Μετά σπινιάρει και απομακρύνεται. Και ξαναέρχεται μαρσάροντας. Και ξανασπινιάρει και απομακρύνεται. Την τρίτη φορά μερικοί καλεσμένοι προθυμοποιήθηκαν να πέσουν στις ρόδες της Ferrari προκειμένου να τελειώσει το test drive με νύφη. Ο δε τύπος που είχε τη Ferrari, ήταν γύρω στα 40+ και είχε ένα μαλλί στυλ (;) περούκα, και τέσσερα μπροστινά δόντια (τα υπόλοιπα αγνοούντο, όπως καταλάβαμε σε κάποια φάση που χαμογέλασε). Κάτι σαν τον Γεωργίου με Ferrari.
Αυτό είναι. Να έχεις λεφτά να πάρεις Ferrari, αλλά όχι να φτιάξεις τα δόντια σου.
Τέλος πάντων. Μετά το γάμο ακολούθησε επί ημίωρο το μαρτύριο που ονομάζεται στρατιωτικός γάμος. Για ορισμένους ανθρώπους είναι ιδιαίτερα διασκεδαστικό. Εγώ πάλι το βρίσκω άκρως μαζοχιστικό. Και φυσικά, εφόσον τα "καψόνια/αστεία" γίνονται από καραβανάδες, είναι περιορισμένης ευθύνης και σαφώς πιο περιορισμένης ευφυίας. Μετά το τρίτο "ανέβα στην κολώνα και τραγούδα στην πεθερά σου" ή "κάνε το γύρο της πλατείας και με την ανθοδέσμη στα χέρια", η *Αθηνά* μου κι εγώ εγκαταλείψαμε το πανηγυράκι και παρακολουθήσαμε την άφιξη της επόμενης νύφης -πολλών κυβικών η δόλια- που παντρευόταν έναν μαυριδερό σωσία του Κατέλη.Το χειρότερο όμως ήταν μπροστά μας.
Τα ευτυχές ζεύγος είναι μια μεσοαστική οικογένεια, η κοπέλα 5 μηνών έγκυος και ταυτόχρονα έφτιαχναν και σπίτι. Οπότε τα οικονομικά τους φαντάζομαι ότι είναι σφιχτά. Έκαναν λοιπόν τραπέζι σε ένα κέντρο στη λεωφόρο Πάρνηθας. Στην οποία έχουμε πάει και σε ωραίους χώρους (λ.χ. στο γάμο γνωστής βλογγερούς, δεν σας λινκάρω να μάθετε), αλλά και σε ναούς του κιτς, με γύψινες αφροδίτες και βαμμένους κύκνους σε συντριβανάκια.
Το πρόβλημα στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ήταν ο χώρος. Αλλά η βρώμα.
Η πρώτη παρατήρηση ήταν το τραπεζομάντηλο. Λευκό μεν, με πλυμένους λεκέδες δε. Και καψίματα από τσιγάρο. Και δεν θέλω να ξέρω τι άλλο. Ομοίως και η λευκή επένδυση των καρεκλών μας. Τα δε μαχαιροπήρουνα ήταν θέμα για διπλωματική. Καταρχήν, όπως βλέπετε στη φωτογραφία (που τράβηξα προκλητικότατα με το κινητό) ήταν από διαφορετικά σετ. Όπως στο εξοχικό, που πας ό,τι έχει απομείνει από τα σετ των προηγούμενων δεκαετιών. Αλλά το χειρότερο, κολλούσαν. Έβρεξα την πετσέτα και τα έτριψα και πίσω άφησαν έναν ωραίο γκρι λεκέ. Και πιστέψτε με, δεν είμαι καθόλου, μα καθόλου υποχόνδριος.Όσα και να έχεις πληρώσει, η βρώμα δεν δικαιολογείται.
Όση ώρα καθαρίζαμε τα μαχαιροπήρουνα, το κέντρο φρόντισε για τη διασκέδασή μας. Με ένα εκπληκτικό σάουντρακ ασανσέρ (best of elevator music vol.II). Δηλαδή μεγάλαι διαχρονικαί επιτυχίαι παιγμένες με φλάουτο, όπως Killing me softy, Had the time of my life και βέβαια τα άπαντα του Yanni.
Εντωμεταξύ, ήρθε το γλυκύτατο ζεύγος. Και έκοψε τούρτα από παρακμιακή βάση με πολλά επίπεδα, εκ των οποίων το ένα έγερνε. Και χόρεψε το χορό με τη λουλουδού από δίπλα- μόδα απολύτως σιχαμένη στην ωραία εκείνη στιγμή του γάμου. Εντωμεταξύ άρχισε να έρχεται το φαί. Ο θεός να το κάνει φαί. Όπως βλέπετε στη φωτογραφία (α) το πρώτο πιάτο ήταν διάφορα πορτοκαλί αποξηραμένα, που στην προηγούμενη ζωή τους ήταν προτηγανισμένα τυροπιτάκια/σπανακοπιτάκια/λουκανικοπιτάκια. Με μια κιτρινισμένη ρώσικη σαλάτα και μια ελιά, ως εικαστική παρέμβαση. Για συνοδευτικό είχε σαλάτα και πιάτο με τρία (3) κομμάτια τυρί πάνω σε ένα μαραμένο φύλλο μαρούλι.
Τέλος, το κυρίως πιάτο ήταν η κλασική χοιρινή ψημένη (καμμένη) σε δύο φάσεις, τέσσερις (4) πατάτες φούρνου και το all time classic των γάμων: ρύζι με αρακά.Μετά μπήκαμε στην κυρίως φάση. Η οποία στα περισσότερα γλέντια έχει μια ρεπετισιόν. Ωραία που ν' η νύφη μααας ωραία τα προικιάααα της - και ναααα τα κλαρίνα και τα βιολιά. Λουλούδι στο λουλούδι όμως, τρώει μια σαβούρδα η έγκυος νύφη και σκάει φαρδιά πλατιά στην πίστα. Πάγωσε ο κόσμος. Σηκώθηκε αυτή χαμογελαστή, είμαι καλά, μην ανησυχείτε, χορεύει τον υπόλοιπο χορό και ύστερα αποσύρθηκε διακριτικά.
Κάπου εκεί αποφασίσαμε να αποχωρήσουμε, επικαλούμενοι το τσιτσίνο.
Πληροφοριακά, την Παρασκευή πάμε Χανιά tout les trois, για τον πρώτο κρητικό γάμο της ζωής μας.
ΥΓ. Μαρίνα δεν σε ξέχασα, θα επανέλθω







